-
Μήπως
(quizás / ίσως) ----- Μήπως (si, αν)
-
-
εκ μέρους
(de part) μου. (Digues-li que vas de part meva)
-
-
-
-
-
-
προσωπικά
(personal, de uno)
-
-
-
απαραίτητο
(necessari/ απαραίτητα,necessariament)
-
πληροφορίες για
(informacion sobre)
-
-
διανυκτερεύω
dormir en un lugar)
-
-
διατροφή
(alimentación) ,
-
-
-
-
-
-
κατά
(durante, alrededor)
-
φταίει
(φταίω és culpa de)
-
κάνουμε έλεγχο στο προϊόν
(revisemos el producto)
-
θερμοκρασία
(temperatura)
-
-
-
-
-
-
-
-
Θα κλείσεις
(Θα κρατήσεις , reservarás) εισιτήρια
-
αναλάβω
(αναλαμβάνω encargarse)
-
δέχεστε
(δέχομαι aceptar, estar de acuerdo) να κάνετε κάτι, ΤΙ ΛΕΤΕ
-
-
ταλαιπωρίες
(esfuerzos, molestias).
-
αριθμημένες
numerado (αριθμώ
-
-
-
μειωμένο
(reducido. μειώνω)
-
λύσει...
(λύνω : resolver)
-
-
έχω μπερδευτεί
(me he hecho un lío)
-
-
διακόπτη
(botón de encendido)
-
Επιλέξτε
(Επιλέγω escoger)
-
πιέστε
(πιέζω apretar / presionar)
-
-
-
-
Συγχαρητήρια!
(Felicidades!)
-
-
-
φορτηγό
(camió, το καμιόνι )
-
-
-
-
Τότε
(entonces, a aquella hora, consecuentemente), (λοιπόν: so, well)
-
-
-
εξυπηρετήσω
(εξυπηρετώ servir)
-
-
μεταφορά
(“transporte”), ή να βάλετε καινούργια γραμμή (línea)
-
διπλανό
(siguiente, contiguo)
-
κατατοπίσουν
(den instrucciones).
-
Συμπληρώστε
(Συμπληρώνω completar, rellenar)
-
-
ταυτότητα
(identidad) το ΑΦΜ ή τον αριθμό της ταυτότητάς σας
-
-
Υπολόγισε
(υπολογίζω calcular, estimar)
-
-
-
-
-
-
βαρετό
(aburrido) μου φαίνεται.
-
ξένης λογοτεχνίας
(literatura estrangera)
-
-
-
με μετρητά
(en metálico),
-
ξεφυλλίσουμε βιβλία
(ξεφυλλίζω hojear libros)
-
διασκεδάζω
divertirse) ...
-
Τι καλό θα μας κεράσεις
(κερνάω “a que nos vas a invitar”)
-
-
-
-
συνεχίζεται
(συνεχίζω continuar)...
-
χαλάω
estropear / χαλασμένος estropeado),
-
-
-
ζωντανή
(en vivo) μουσική.
-
δίκλινα
(habitació doble)
-
-
επιπλέον
(adicional) χρήματα.
-
-
Σερβίρετε
(servir) πρωινό
-
κότες
(gallinas, cobardes) θα πάνε για ύπνο
-
-
αισθάνεται
(αισθάνομαι, νιώθω) πολύ καλά
-
επείγον
(urgencia / επείγων : urgente)
-
εξυπηρέτηση
(servicio, ayuda).
-
-
-
αποτελέσματα
(resultados).
-
-
ασφαλισμένοι
(asegurados) ασφάλεια (assegurança)
-
κρατικό
(estatal) ασφαλιστικό ταμείο.
-
οποιασδήποτε
(de cualquier) τράπεζας ακόμα και αν δεν έχετε λογαριασμό
-
-
επιλέξω
(επιλέγω selecciono, marco)
-
-
-
λεγόμενες
(llamadas, anomenades)
-
έξυπνες
(inteligentes) κάρτες που μπορείτε να βάλετε αυτόματα μετρητά
-
-
-
στρώνω :
hacer la cama / preparar la mesa) Στρώσατε τα κρεβάτια σας
-
κατάσταση
(condición,forma)
-
θυμωμένος
(enfadado, furioso. θυμώνω)
-
υποχρεωτικό
(obligatorio)
-
-
-
κατευθείαν
(directo) για διάβασμα.
-
συγυρίσετε
(συγυρίζω ordenar) και τα δωμάτιά σας.
-
δημόσια
(público) σχολεία
-
μπερδεύονται
(μπερδεύω confundir / μπερδεύομαι confundirse)
-
Πρόκειται
(tiene que ver, se refiere, es cuestion de) για συνωνυμία.
-
Πρόκειται + να
(Futuro próximo : ir a / estar a punto de )
-
οποιαδήποτε
(cualquier) οποιο(σ)δήποτε-οποιαδήποτε-οποιοδήποτε
-
βλάβη
(avería) στο τηλέφωνό σας
-
Απορρυπαντικά
(detergente)
-
ικανοποιημένοι
(satisfecho)
-
-
-
επαγγελματικό ραντεβού
(reunión de trabajo)
-
-
υπερβολικό
excesivo, exagerado
-
-
περίεργος
extraño, curioso
-
-
-
θεατρική παράσταση
obra de teatro
-
αντίρρηση
objeción σε κάτι
-
πρωτότυπες
original, ingenioso ιδέες.
-
Επειδή
como que καμιά ιδέα δεν τους άρεσε...
-
καταφέρατε
(καταφέρ(ν)ω conseguir)
-
διαφωνώ
estar en desacuerdo
-
-
κρυφτό
(“escondite”)... μην παίξουμε και κρυφτό (“escondite”)...
-
ηρέμησε
(ηρεμώ calmar) ηρέμησε σε παρακαλώ
-
παραγγείλουμε
(παραγγέλλω pedir/ordenar comida)
-
προκαλώ
(causar) συνέχεια προβλήματα.
-
νευρικός
alterado, nervioso / ήρεμος calmado
-
-
εφημερεύει
estar de guardia
-
-
-
-
-
-
ράμματα
puntos quirurgicos
-
επισκέπτονται
επισκέπτομαι / επισκέφτηκα visitar
-
Αισθάνεσαι
αισθάνομαι / αισθάνθηκα sentirse
-
-
Δικαιολογημένη
justificada, excusada (δικαιολογώ justificar)
-
ευθύνες
ευθύνη responsabilidad
-
αγχωμένη
estresada, nerviosa
-
αποφάσεις
decisiones απόφαση
-
-
-
-
ακυρώσετε
(ακυρώ/ακυρώνω anular).
-
-
δίπλωμα οδήγησης
carnet de conducir
-
-
-
-
-
λεπτομέρεια
detalle λεπτομέρειες,detalles
-
περιείχε
περιέχω contener γύρω στα € μετρητά.
-
το συντομότερο δυνατόν ASAP
-
-
-
-
έπειτα
después από κάποιες μέρες.
-
Έτσι κι αλλιώς
anyway, de todas formas (αλλιώς, de otra manera/por otra parte/otherwise)
-
ακύρωσα
ακυρώνω cancelar τις κάρτες μου αμέσως
-
οπότε
por tanto ελπίζω ότι δεν θα έχω πρόβλημα
-
Συμπληρώστε
συμπληρώνω completar
-
-
υπογράψτε
υπογράφω firmar
-
κουρείο
peluquería de hombres
-
-
λούσιμο
shampoo / λούζω lavar el pelo
-
στη διάθεσή μου a mi disposición Όσο πιο γρήγορα τόσο το καλύτερο...
-
-
-
-
-
ανανεώσει
ανανεώνω renovar
-
απόλυτο
absoluto δίκιο. Έχεις απόλυτο δίκιο
-
-
-
-
εγωίστρια
εγωιστής αρσενικό, εγωίστρια θηλυκό
-
γκρινιάζουν
γκρινιάζω quejarse
-
-
μοναξιά
soledad / (μονάχα solamente) / (μόνος adj y adv)
-
-
εισόδημα
ingresos monetarios
-
αντιμετωπίζει
tratar con, afrontar σοβαρό πρόβλημα με το μπάνιο
-
ένα σωρό
un montón δουλειές
-
τυχαίνει
sucede να έχω και ένα ραντεβού στην περιοχή σας
-
οπότε
así que σε μια ώρα το πολύ θα είμαι εκεί.
-
οπωσδήποτε
definitivamente, como sea
-
παρουσιάστηκε
se presentó, surgió ξαφνικά στο μπάνιο
-
-
διαρροή
gotera, perdida de agua
-
-
αντικαταστήσω
sustituir, cambiar
-
σωλήνες
tubos του μπάνιου.
-
υλικά
material και εργασία
-
γειτονιές
γειτονιά, barrio
-
-
-
μποτιλιαρισμένος
(embotellado en el tráfico). μποτιλιάρισμα (embotellamiento)
-
-
καυσαέρια
emisión de gases
-
κυκλοφορώ
ir de un sitio para otro
-
μέσα μαζικής μεταφοράς
“medios de masas de transporte”
-
χώροι στάθμευσης
lugares de estacionamiento
-
-
-
-
ασχολούμαι
manejar, tratar
-
-
-
το παραμικρό
lo más mínimo
-
-
πελάτης/ πελάτισσα
cliente/a
-
-
-
Παράλληλα
en paralelo, al mismo tiempo
-
-
-
-
εννοώ/σημαίνω
querer decir, significar), Τι εννοείς
-
-
-
-
-
-
-
-
-
Όσοι
los que Όσοι δουλεύουν πάνω από ώρες την εβδομάδα πρέπει να πληρώνονται υπερωρίες
-
-
αντιμετωπίζει
afrontar/encargarse αντιμετωπίζει πρόβλημα με το λογαριασμό του ηλεκτρικού
-
αντίγραφο
copia, duplicado
-
πρόσφατος
reciente λογαριασμού
-
-
ισχύει
aplicar, ser valido
-
παραπέμψω
(παραπέμπω) redirigir
-
αναφέρω
reportar μια περίπτωση υπερβολικής χρέωσης
-
απαράδεκτο
escandaloso, inaceptable) να μου ζητάτε ξαφνικά να πληρώσω ευρώ!
-
-
-
-
ενημερώνω
informar, έχεις ενημερωθεί (has sido informada)
-
-
-
-
-
-
-
-
δυσάρεστη
δυσάρεστος desagradable
-
-
-
-
διαρρήκτες
διαρρήκτης ladron de casas / κλέφτης ladrón
-
παρατήρησα
παρατηρώ observar, notar
-
συμμαζέψει
συμμαζεύω ordenar συγυρίζω
-
-
-
Να σας υπενθυμίσω ότι (les recuerdo que)
-
-
-
-
-
σιγά το πράγμα!
(menuda cosa!)
-
-
περιποίηση
cuidado, tratamiento
-
Συγκεκριμένα
concretamente
-
-
συμβουλές
recomendaciones
-
-
-
-
-
-
-
επικοινωνώ
comunicar/poner en contacto
-
-
-
καλύπτω
cubrir también sirve para decir cubrir el seguro
-
-
-
-
-
-
κανονίζω
acordar, quedar para hacer algo
-
Καταρχάς
para empezar, en primer lugar
-
συνεργείο
grupo de trabajadores
-
εμφανίζομαι
aparecer, presentarse
-
-
-
-
αλληλογραφία
correspondencia
-
ανύπαντροι
novios que se casan
-
γαμπρός
novio que se casa
-
-
δεξίωση
“recepción” de boda
-
αγενής
impertinente, rudo, cruel, poco amable
-
συμπεριφέρομαι, φέρομαι
comportarse σωστά
-
-
αποπνικτικά
estar el aire viciado
-
-
-
-
-
αυστηρή
estrictos, rigurosos
-
-
-
-
-
καθημερινότητά
día a día, vida diaria
-
-
-
-
-
-
-
Ό,τι και αν
lo que sea que μαγείρεψες,
-
Ανυπομονώ να καθίσουμε στο τραπέζι
estoy impaciente por, deseo
-
ασφάλεια
fusible, en otro contexto: seguro
-
-
συναδέλφου
colega, compañero de trabajo
-
-
-
συγκεκριμένη
especifico, concreto
-
πραγματικά
realmente, verdaderamente
-
πιθανότητες
probabilidades
-
-
-
γρουσούζικη
de mala suerte
-
-
-
-
ρυθμίζω
organizar, ajustar, dirigir
-
υποχρεώσεις
obligaciones, responsabilidades, deberes
-
-
κακοτυχία
mala suerte, infortunio
-
-
οργανώνω
planear, organizar
-
γούστα είναι αυτά
(así son los gustos).
-
Μην το παίρνεις προσωπικά!
(no te lo tomes personalmente)
-
-
έχω ακεφιές
no tengo ganas
-
έχω όρεξη να κάνω κάτι
tengo ganas de hacer algo
-
όλο και κάποιος
(alguno que otro)
-
εντύπωση
impresión, κάνει εντύπωση hace impresión
-
-
-
αποτελεσματικός
(eficiente, efectivo)
-
-
-
-
περιβάλλον
medio ambiente
-
-
-
σιδηροδρομικούς
(ferroviario / σίδηρος hierro
-
Σκέψου
piensa (imperativo)
-
-
-
-
-
-
-
-
-
-
εκτός και αν
a no ser que
-
-
-
-
-
οφείλεται
es debido (οφείλω deber de Όφειλε να είναι σπίτι…/Debe de estar en casa…)
-
-
-
-
παραλείπω
omitir, saltarse γεύματα
-
σε τακτά χρονικά διαστήματα
a intervalos regulares
-
σύγχρονο
actual, contemporáneo τρόπο ζωής.
-
-
-
παραδέχομαι
reconocer) κάτι φανερό (obvio, notable, visible
-
σαφείς
claro, concreto, conciso
-
Έχε υπόψη σου
(ten en cuenta)
-
-
συνήθεια
hábito, costumbre
-
-
-
αεροπορικός
de la compañia aerea
-
-
-
-
υπενθυμίζω
recordar algo / recordar a algo
-
-
-
-
απαισιόδοξη
sombrío, pesimista
-
προσωπικότητα
personalidad
-
μορφωμένοι
educados, con estudios
-
-
-
-
-
υπέροχη
grande, fantástica
-
πεισματάρης
cabezota, obstinado
-
εξελίσσομαι
desarrollar, evolucionar, llegar a ser
-
απογοητεύω
desilusionar, decepcionar
-
αποζημίωση
indemnización, compensación
-
-
έρευνα
investigación, búsqueda, encuesta
-
-
ικανοποιημένοι
satisfechos
-
-
-
βεβαιώνω
confirmar, certificar
-
ανταλλάσσει απόψεις
intercambio de opiniones
-
σύγχρονο
contemporáneo, actual τρόπο ζωής
-
-
-
-
τα βγάλω πέρα
arreglárselas
-
πολύ ακόμη
mucho más (tiempo)
-
αναλύω
analizar / hacer analisis
-
αυταρχικός
dictador, autoritario
-
-
-
σε σύγκριση με
en comparación con
-
-
ερμηνεύω
interpretar una obra, una representación
-
αξέχαστο
memorable, inolvidable
-
ξαφνιάζω
sorprender (εκπλήσσω / έκπληξη)
-
-
τιμώμαι
ser condecorado, ser premiado) με το
-
-
παραδέχομαι
reconocer, admitir
-
θρίαμβος
victoria, triumfo, éxito (επιτυχία)
-
-
τρομερή εντύπωση
(terrible/gran impresión)
-
-
-
|
|